Ιστορία Πιτσίου-Πίτζιν

Γράφτηκε από τον/την Γιάννης Κουτσοκώστας.

 

Πίτζιν (Παλαιό Πίτσι)

Του Γιάννη Κουτσοκώσταkoutsokostas giannis resize

Από τους πρώτους οικισμούς που δημιουργήθηκαν στις πηγές του Ρουστιανίτη ποταμού εξ’ αιτίας της ακούσιας εκτόπισης ή εκούσιας εγκατάστασης των Ελληνικών πληθυσμών λόγω των δεινών της Τουρκικής κυριαρχίας ήταν τα Πουγκάκια και το Πίτζιν κατά το τέλος του 15ου με αρχές του 16ου μ.Χ αιώνα.

Τόσο τα Πουγκάκια όσο και το Πίτζιν έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Βρίσκονται μέσα σ’ ένα στενό κοίλωμα, ανάμεσα σε βουνοκορφές που τους προφυλάσσουν από τους ισχυρούς βορειοδυτικούς ανέμους. Επίσης τα υπερκείμενα δάση παρείχαν φυσική προστασία και πλουτοπαραγωγικές πηγές.

Προεπαναστατικά το παλαιό Πίτσι απλωνόταν από το Καβουρόρεμα (Ντελή) και το Πιτσιώτικο χαντάκι μέχρι την Τσιρλάκα και τις παρυφές του δάσους του Μεγάλου Ισιώματος. Οι λίγοι κάτοικοι είχαν εκτιμήσει τη φυσική προστασία που παρείχε η τοποθεσία αυτή καθόσον οι επιθέσεις και οι καταδιώξεις των Ελλήνων από τους Τούρκους τόσο από το λαγκάδι του Καβουρορέματος όσο και από το πυκνό δάσος του Μεγάλου Ισιώματος ήσαν αδύνατες. Είχαν το στρατηγικό πλεονέκτημα να αμυνθούν σθεναρά σε περίπτωση ισχυρής επίθεσης των Τούρκων ή να απομακρυνθούν σε άλλες απρόσιτες περιοχές.

Ίσως αυτό το πλεονέκτημα να τους αποθάρρυνε να δημιουργήσουν μια αξιόμαχη και μόνιμη ομάδα κρούσης ώστε να υπερασπίζεται κατά κύριο λόγο τη ζωή τους και την περιοχή τους με αποτέλεσμα η κυριαρχία στα χρόνια των αρματολών Κοντογιανναίων ήταν αδιαμφισβήτητη και στο Πίτζιν.

Η ονοματοθεσία της περιοχής αυτής προέρχεται από την Αρβανίτικη λέξη Πίτζιν που σημαίνει αιδοίο, γυναικείο γενετήσιο όργανο. Θέλοντας οι Τούρκοι να υβρίζουν, να ταπεινώνουν και να εξευτελίζουν τους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην ανωτέρω περιοχή, χρησιμοποιούσαν αυτή τη προσβλητική για τα ήθη μας λέξη. Επειδή κάθε γιουρούσι, επίθεση των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων στην ομώνυμη τοποθεσία ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, θεωρούσαν ότι με τις αισχρές εκφράσεις θα κάμψουν το φρόνημα του σκλαβωμένου ραγιά. Τουναντίον τον πείσμωνε περισσότερο και φούντωνε στο νου και στη φαντασία του Έλληνα τον πόθο του εξολοθρεμού του τυράννου. Είναι φανερό ότι στα χρόνια της δουλείας Τούρκικο ποδάρι δεν πάτησε στην περιοχή αυτή. Οι λίγοι αγέρωχοι κάτοικοι παρέμειναν ελεύθεροι, πληρώνοντας όμως φόρο υποτελείας. Τα χρόνια πέρασαν, η ονομασία παρέμεινε η ίδια για να θυμίζει ότι τα αισχρά μέσα των αισχρουργών δεν έφεραν τα επιθυμητά για αυτούς αποτελέσματα, αλλά ενίσχυσαν περισσότερο ηθικά τον καταπιεσμένο Ελληνικό λαό.

 

Στη Γλωσσολογία με τον όρο Πίτζιν χαρακτηρίζονται οι παρεφθαρμένες μορφές γλωσσικής επικοινωνίας που δημιουργούνται από τη συνάντηση-επίδραση μιας ισχυρής γλώσσας σε μια αδύναμη επιχώρια γλώσσα για να ικανοποιούνται οι ανάγκες μεταξύ των ανθρώπων (επικοινωνιακές, εμπορικές, πρακτικές). Οι παρεφθαρμένες γλωσσικές μορφές (Πίτζιν) από την ανάμειξη μιας ή περισσοτέρων γλωσσών προέκυψαν σε χώρες με αποικιακό καθεστώς από την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων (15ος μ.Χ αιώνας).

 

Έτσι η πλειοψηφία των γλωσσών αυτών είναι βασισμένη στην ισχυρή γλωσσική επίδραση των αποικιοκρατών (Άγγλων, Γάλλων, Ισπανών, Πορτογάλων κ.α) στη μητρική γλώσσα των ιθαγενών. Οι παρεφθαρμένες αυτές μορφές επικοινωνίας έχουν προσωρινό και τεχνητό χαρακτήρα και περιορισμένη έκταση χρήσης. Σε πολλές περιοχές οι ανωτέρω μορφές επεκράτησαν και ως επίσημες γλώσσες γνωστές ως κρεολές ή κρεολικές γλώσσες. (βλέπε Γ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Β’ Έκδοση σελ. 1412)

 

Ο ανωτέρω οικισμός Πίτζιν (Παλαιό Πίτσι) ιδρύθηκε στην απρόσιτη αυτή περιοχή κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας από Έλληνες οι οποίοι δεν ήθελαν να συμβιώσουν με τους δυνάστες κατακτητές αλλά να ζήσουν ελεύθεροι, να ομιλούν την γλώσσα τους και να κάνουν τις λατρευτικές τους τελετές σύμφωνα με την Ελληνορθόδοξη παράδοση. Δεν δέχτηκαν ισχυρή γλωσσική επίδραση ώστε να προκύψει μια παρεφθαρμένη γλωσσική επικοινωνία ανάμεσα στο ραγιά και στον κατακτητή. Εάν υπήρχε μια τέτοια γλωσσική μορφή επικοινωνίας θα ήταν γνωστή. Εξ άλλου η Ελληνική γλώσσα υπερείχε της γλωσσικής έκφρασης των εποίκων κατακτητών. Ως εκ τούτου η ονομασία Πίτζιν (Παλαιό Πίτσι) δε δύναται να θεωρηθεί ότι προήλθε από κάποιο γλωσσικό ιδίωμα στην ανωτέρω περιοχή κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο δε Βασίλειος Κ. Κανέλος στο βιβλίο του «Ο ΓΟΥΛΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ» στηριζόμενος στη λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι η ονομασία του χωριού Πιτσίου προήλθε από τον πρώτο κάτοικο της περιοχής αυτής που λεγόταν Πίτσος.

 

Κατά τον φιλόλογο καθηγητή Σταύρο Ι. Σπυρώνη στο βιβλίο του «ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ» το τοπωνύμιο Πίτσι προέρχεται από την Τουρκική λέξη PIG που σημαίνει νόθος και την κατάληξη (Ι). Απ’ αυτό συνάγεται ότι οι Τούρκοι κατακτητές αδυνατώντας να έχουν στην απόλυτη κυριαρχία τους ραγιάδες της περιοχής αυτής τους αποκαλούσαν προσβλητικά νόθους, μπάσταρδους, θέλοντας έτσι να τους ταπεινώσουν . Εξ’ άλλου οι ταπεινώσεις και οι εξευτελισμοί των ραγιάδων Ελλήνων από τους Τούρκους ήταν σύνηθες φαινόμενο. Από τα εκτεθέντα ανωτέρω γίνεται κατανοητό ότι η ονοματοθεσία της περιοχής Πιτσίου έχει τουρκοαρβανίτικη προέλευση.

 

Ακόμη δε αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός της ονοματοθεσίας της γειτονικής περιοχής του Πιτσίου Ντελής συμπεραίνουμε ότι η πρώτη εκδοχή που διατυπώθηκε ανωτέρω για την ονοματοθεσία της περιοχής Πιτσίου είναι επικρατέστερη

Αρχικά η ονομασία της περιοχής ήταν Πίτζιν-Πίτζι, αργότερα μετεξελείχτηκε γλωσσικά σε Πίτσι και με τον εξελληνισμό η λέξη πήρε τη μορφή Πίτσιον-Πίτσι. Ως μόνιμοι κάτοικοι του Πιτσίου αναφέρονται οι έχοντες σαν πρώτο συνθετικό του επωνύμου τους τη λέξη Πίτζο, αργότερα Πίτσο και δεύτερο συνθετικό το βαπτιστικό τους όνομα ,Γιάννης, Θανάσης, Δήμος καθώς και οι Τζιακαίοι (Τσιακαίοι). Φυσικά υπήρχαν και άλλοι κάτοικοι με άλλα ονόματα.

Για τους Τζιακαίους λέγεται ότι αναγκάστηκαν έπειτα από σκληρή καταδίωξη των Τούρκων να καταφύγουν στην περιοχή του Κούκου για να σωθούν. Όταν καταλάγιασε ο θόρυβος από την καταδίωξή τους οι Τζιακαίοι επανήλθαν στις εστίες τους. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στη θέση Λακοπούλα, γνωστοί πλέον ως Τζιακουκαίοι (Τσιακουκαίοι), δηλαδή οι Τσιακαίοι που ήρθαν από τον Κούκο. Επίσης στη Λακοπούλα και στον Άβαρο εγκαταβίωσαν και άλλοι προερχόμενοι από τον Κούκο και έμειναν γνωστοί με το επώνυμο Κούκιος (αυτός που ήρθε από την περιοχή του Κούκου).

Επειδή οι Τσιακουκαίοι ήσαν πολλοί και η Λακοπούλα δεν τους χωρούσε αναγκάστηκαν να στραφούν και προς την πλευρά του Μοναστηριού της Ρούστιανης και προς την περιοχή αντίπερα του Ρουστιανίτη. Αψευδείς μάρτυρες αυτής ης εγκατάστασης των Τσιακουκαίων είναι τα τοπωνύμια Τσιακουκέϊκα που βρίσκονται τόσο στην περιοχή του Μοναστηριού όσο και σε πολλές άλλες τοποθεσίες του Δ.Δ Καναλίων. Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα Τσιακουκέϊκα που βρίσκονται κοντά στα Σιψέϊκα και Κουτσοκουστέϊκα στην περιοχή του Μοναστηριού και ο Τσιακουκέϊκος ο μύλος που βρισκόταν στο χαντάκι της Κρυα βρύσης, πιο πάνω από τον Πιτσιώτικο μύλο.

Ο οικισμός του παλαιού Πιτσίου μετά την απελευθέρωση εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται στον πρωτογενή τομέα (γεωργία-κτηνοτροφία) και να γαλουχείται Ελληνορθόδοξα με κεντρικό πυρήνα διαπαιδαγώγησης τον Ιερό Ναό αφιερωμένο στη γέννηση του Ιωάννου του Προδρόμου που τον γιόρταζαν με ευλάβεια στις 24 Ιουνίου κάθε χρόνο. Ο οικισμός αυτός ήταν γνωστός με το όνομα Πιτσορούστιανη.

Στις αρχές του 20ου αιώνα μΧ έγινε καθίζηση του εδάφους και οι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να αναζητήσουν στερεό έδαφος για εγκαταβίωση. Ως τέτοια τοποθεσία επέλεξαν την Τσιρλάκα αλλά η έλλειψη πόσιμου νερού τους ανάγκασε να μετακινηθούν προς το Μετόχι της Ζωοδόχου Πηγής του Μοναστηριού της Ρούστιανης που ήταν στη θέση άνω της Αγίας Ιερουσαλήμ του Πιτσίου κατά το έτος 1907.

Ο Κώστας Παφίλης σε δημοσίευμά του στο περιοδικό «Στερεοελλαδίτικη Εστία» έτος Γ’ , Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1962, τεύχη 17-18, κατέγραψε μαρτυρία του Κώτσιου Σ. Μπούρα που έλεγε ότι ο ίδιος όταν πρωτοκαλλιέργησε το χωράφι του που ήταν κοντά στην Εκκλησία , στις αρχές του 20ου αιώνα μΧ βρήκε πέτρινα αλώνια από τα ερείπια των κελιών και σκαλοπάτια που κατέβαιναν στα υπόγεια αυτών , που συγκοινωνούσαν μεταξύ τους. Ακόμη ο Κώτσιος Σ. Μπούρας έλεγε ότι λίγο πιο πάνω από τα κελιά , στο δυτικό μέρος, εκεί που είναι σήμερα το χωριό Πίτσι και κάτω από το σπίτι του Μήτσιου Κ. Τσιάκα οι καλόγεροι είχαν μια μεγάλη στρούγκα η οποία ήταν όλη φτιαγμένη από λιθάρια και την λέγανε «λιθαρόστρουγκα» , και κατά τη παράδοση ,ο μακαρίτης γέρο Σωτήρης Πιτσογιάννης ο οποίος είχε γεννηθεί γύρω στα 1815,έλεγε οτι οι καλόγεροι βάζανε μέσα περίπου 800 πρόβατα.

Μετά την απελευθέρωση το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος προχώρησε σε διοικητική οργάνωση του τόπου.

Με το Β.Δ 8/20-4-1835 συστήθηκε ο Δήμος Ομιλαίων Γ’ τάξεως με έδρα το Γαρδίκι, τον οποίον αποτελούσαν τα παρακάτω χωριά:

  1. Γαρδίκι
  2. Πουγκάκια
  3. Στάγια
  4. Κυριακοχώρι
  5. Νικολίτσι
  6. Αργύρια

Στα Πουγκάκια συμπεριλαμβάνονταν και οι οικισμοί

  1. Αφεντικά (Κανάλια)
  2. Ρουμιάτικα
  3. Ντελή
  4. Πίτζι
  5. Μοναστήρι
  6. Κοντορούπακο
  7. Βριζούλα
  8. Παλαιοχώρι.

Με το νόμο Δ.Ν.Ζ (ΦΕΚ 58 Α/14-2-1912)της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου αντικαταστάθηκε το μέχρι τότε δημοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης με το Κοινοτικό.

Το Πίτσι που είχε μεταφερθεί στη νέα τοποθεσία από το 1912 μέχρι το 1924 αποτελούσε οικισμό των Πουγκακίων. Από το 1924 μέχρι το 1934 το Πίτσι διοικητικά περιλαμβανόταν στην κοινότητα Καναλίων. Το 1934 με Β.Δ το Πίτσι αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστή κοινότητα.

Με το νόμο 2539/1997 γνωστό σε όλους μας ως «Ιωάννης Καποδίστριας» έγινε συνένωση των κοινοτήτων και δημιουργήθηκαν διευρυμένοι Δήμοι. Έτσι το Πίτσι αποτέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Σπερχειάδας.

Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας , όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» το Πίτσι αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Πιτσίου, ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Σπερχειάδας που ανήκει στο Δήμο Μακρακώμης της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας που βρίσκεται στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος.

Πηγές:

  • Ο Γουλινάς και τα χωριά του                                               Βασιλείου Κ. Κανέλου
  • Τι δεν είναι Ελληνικό στην Ελληνική γλώσσα                       Σταύρου Ι. Σπυρώνη
  • Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας                                    Γ. Μπαμπινιώτη
  • Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια
  • Λαϊκή παράδοση

 

Login