Άλλα επαγγέλματα

 

του Γιάννη Κουτσοκώστα koutsokostas giannis resize  

Η ζωή των Καναλιωτών όπως και σε κάθε κοινωνία, δεν εξαντλείταν στην καλλιέργεια των χωραφιών και στην κτηνοτροφική εκμετάλλευση. Στην Καναλιώτικη κοινωνία ασκούνταν πολλά επαγγέλματα με τα οποία ικανοποιούνταν οι ανάγκες της. Στην προσπάθειά μας να φέρουμε στη μνήμη μας όλες τις δραστηριότητες των Καναλιωτών, ίσως να φανούμε επιλήσμονες. Ελπίζω στην κατανόησή σας.

Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες είχαν ανάγκη από ενδύματα. Έτοιμα ενδύματα τότε σπάνια αγόραζαν από το παζάρι. Αγόραζαν υφάσματα , πήγαιναν στους ραφτάδες ή στις μοδίστρες, τους έπαιρναν τα μέτρα και έκαναν τη στολή τους. Και με τι χαρά φορούσαν τη καινούργια φορεσιά!. Για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του χωριού μας σε ραψίματα υπήρχαν ραφτάδες και μοδίστρες. Σπουδαιότεροι ραφτάδες ήσαν . Ο Ραφτοπαναγιώτης (Παναγιώτης Δερνίκας),  από οικογένεια ραφτάδων. Ο παραπάνω χωριανός μας έραβε μέχρι τα στερνά του χρόνια, είχε δε και ειδικότητα στο να ράβει παλτά και κάπες για τους τσομπάνηδες.   

Άλλοι σπουδαίοι ραφτάδες ήταν οι Νικόλαος Ζαγκλαράς και Σπυρίδων Δημ. Αντωνίου. Ο πρώτος άσκησε το επάγγελμά του τα περισσότερα χρόνια στο χωριό μας, ο δε δεύτερος στην Αθήνα ώσπου συνταξιοδοτήθηκε. Για λίγο άσκησε το επάγγελμα αυτό και ο Κων/νος Χ. Δερνίκας.

Από τις μοδίστρες ξεχώριζαν στα πάνω Κανάλια η Δήμητρα Παν. Αντωνίου και η Κων/ντία Ν. Αντωνίου, στα δε κάτω Κανάλια η Δήμητρα Αντωνίου του Σπυρίδωνα.

   Μπορεί να αγόραζαν ή να παράγγελναν υποδήματα, είχαν ανάγκη από επισκευή. Το επάγγελμα του τσαγκάρη για πολλά χρόνια ήταν απαραίτητο. Αυτό το επάγγελμα το άσκησε περιστασιακά και όσο το      απαιτούσαν οι χωριανοί μας με μεράκι ο Γεώργιος Ι. Δερνίκας. Τα έτοιμα υποδήματα που αγόραζαν οι χωριανοί μας έκαναν τον ανωτέρω τσαγκάρη να αλλάξει δραστηριότητα.

 Οι γυναίκες ενδιαφέρονταν η κάθε μια προσωπικά για την κόμμωση και εμφάνισή της ή αλληλοεξυπηρετούνταν. Έτσι δεν είχαν ανάγκη από κομμώτρια. Οι άνδρες κάπου κάπου έπρεπε να κόψουν τα μαλλιά τους. Έτσι ήταν αναγκασμένοι να πάνε σε κουρέα. Το επάγγελμα του κουρέα για πολλά χρόνια το άσκησε ο Ευάγγελος Δ. Σαμαρίκας. Πολλοί Καναλιώτες αλληλοκουρεύονταν. Το ψαλίδι έκανε χρυσές δουλειές.

                           Μεταποίηση και συσκευασία γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων δε γινόταν στο χωριό, καθ’ όσον δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες. Υπήρχαν όμως καταστήματα εμπορικών δραστηριοτήτων που κάλυπταν όλες σχεδόν τις ανάγκες των Καναλιωτών. Τα καταστήματα αυτά ήσαν συγχρόνως καφενεία-παντοπωλεία και χώροι αναψυχής. Τέτοια καταστήματα είχαν προπολεμικά οι Κων/νος Ζαγκλαράς, Ιωάννης Σιόλος και Δημήτριος Καλτσάς στο χώρο της εκκλησίας και ο Χαράλαμπος Καλτσάς στο κέντρο του χωριού. Μεταπολεμικά τρία τέτοια καταστήματα διατηρήθηκαν για αρκετό καιρό, του Γεωργίου Ζαγκλαρά, του Ευαγγέλου Δερνίκα και του Γεωργίου Κωστούλα.

                           Σ’ ένα χωριό όπου η κτηνοτροφία ήταν από τις σπουδαιότερες δραστηριότητες δεν ήταν δυνατό να μην υπάρχει ζωέμπορος και χασάπης. Συνήθως την αγοραπωλησία και το σφάξιμο των ζώων καθώς και την πώληση των κρεάτων την έκανε το ίδιο πρόσωπο. Τις περισσότερες φορές ο καταστηματάρχης φρόντιζε να σφάξει το ζωντανό, να πωλήσει το κρέας στους χωριανούς και με τα εντόσθια του ζώου να κάνει το κοκορέτσι και το σπληνάντερο για να χαρίσει κέφι με τις γεύσεις στους θαμώνες ιδίως τις νυχτερινές ώρες. Καλός ζωέμπορος αναδείχτηκε ο Ευάγγελος Ν. Κυριάκης.

                           Δεν υπήρχε οικογένεια να μην έχει κότες στο σπίτι της. Τα αυγά ήταν πολλά . έτσι με την εμφάνιση του αυγοπώλη όλες οι νοικοκυρές φρόντιζαν να πωλήσουν. Για πολλά χρόνια ο Γεώργιος Κούνιδας και ο Ανδρέας Σιλεβίστας από τα κάτω Κανάλια άσκησαν το επάγγελμα του αυγοπώλη.

                           Το ψωμί, ο επιούσιος άρτος, ήταν η βασική τους τροφή. Γι’ αυτό φρόντιζαν να αλέσουν το σιτάρι και το καλαμπόκι. Για πολλά χρόνια η μπομπότα, το καλαμποκίσιο ψωμί, ήταν το πρώτο αγαθό που απολάμβανε κάθε οικογένεια. Ήταν εύχρηστο το καλαμποκίσιο αλεύρι και σύντομο στην παρασκευή του. Εκτός από το ψωμί που ζύμωναν και έψηναν αμέσως είχαν και άλλα καλαμποσκευάσματα. Έφτιαχναν το χαμοκούκι. Ζύμωναν το καλαμποκίσιο αλεύρι, έκαναν το ζυμάρι, το σκέπαζαν με φύλλα ξηρά καστανιάς που μάζευαν για το σκοπό αυτό, το έβαζαν στην παραστιά σκεπάζοντας με τη θράκα και σε μισή ώρα ήταν έτοιμο. Αν υπήρχε και τουλουμίσιο τυρί απολάμβαναν ένα γεύμα υπέροχο. Το ίδιο γινόταν και με τις μαμαλίγκες, πίτες με λάχανα και καλαμποκίσιο αλεύρι και τυρί. Βλέπεις η φτώχεια ήθελε καλοπέραση από τότε!

                           Το σταρένιο το ψωμί ήταν είδος πολυτελείας και θεωρείταν κριτήριο ευμάρειας για όσους το έτρωγαν. Έτσι οι υδρόμυλοι είχαν πολλή δουλειά στο χωριό μας. Έπρεπε να εξυπηρετήσουν τους χωριανούς μας. Ο μυλωνάς ήταν περιζήτητος γαμπρός αφού με το ξάϊ (αμοιβή σε αλεύρι) που έπαιρνε εξασφάλιζε το ψωμί της χρονιάς του. Έτσι εξηγείται ότι στα Κανάλια υπήρχαν πολλοί νερόμυλοι. Αυτοί ήσαν προπολεμικά. Ο Κωνσταντινέϊκος, κοντά στη Κρυαβρύση που τον εκμεταλλευόταν ο Κωνσταντινομήτσιος (Δημήτριος Κ. Αντωνίου ή Τσακούκος), ο Πιτσιώτικος που λειτούργησε και μεταπολεμικά, ο Ραφταίϊκος στη συμβολή του Καναλιορέματος με το Ρουστιανίτη. Κατά τη ροή του Ρουστιανίτη υπήρχαν πολλοί υδρόμυλοι και υδροτριβές. Αυτοί ήσαν ο Σιολέϊκος και ο Κουκιανέϊκος. Οι αναφερόμενοι υδρόμυλοι λειτουργούσαν μόνο όσο ο Ρουστιανίτης είχε νερό. Οι δε άλλοι υδρόμυλοι, Γκλαβέϊκος και Ντινέϊκος λειτουργούσαν όλο το χρόνο καθ’ όσο είχαν αρκετό νερό από την Κυριακούλα. Τον Γκλαβέϊκο τον πήρε ο Γιάννης Κυριάκης , τον οποίο εκσυγχρόνισε και λειτούργησε αρκετά χρόνια. Τώρα ανήκουν στο παρελθόν και οι αναμνήσεις τους μας συγκινούν.

                           Το χωριό μας είχε αρκετά κανάλια, αυλάκια με τα οποία πότιζαν τα χωράφια τους. Η παρουσία του νεροφόρου, υδρονομέα ήταν απαραίτητη για να μπει σειρά  στο πότισμα και να τηρείται σχολαστικά ώστε να μη προκύπτουν προβλήματα. Για πολλά χρόνια στα επάνω Κανάλια ήταν νεροφόρος ο Παναγιώτης Γ. Δερνίκας. Τον διαδέχθηκε ο Δημήτριος Ν. Σιόλος και η γυναίκα του Χρυσούλα . Στα κάτω Κανάλια ο Γιώργος Γκλάβας ασταμάτητα πρόσφερε τις υπηρεσίες του και στη Ντελή ο Κων/νος Ν. Αντωνίου (μάστορας) τα βράδια από τη Λακκοπούλα με τη βροντερή φωνή του ανακοίνωνε το πρόγραμμα για πότισμα στους ιδιοκτήτες των χωραφιών. Η ενημέρωση αυτή γινόταν ανελλιπώς.

                           Η κοινότητά μας έπρεπε να εξυπηρετεί τους πολίτες . γι’ αυτό υπήρχε ο γραμματέας της κοινότητας. Μεταπολεμικά ο Ιωάννης Ν. Αντωνίου διετέλεσε γραμματέας της κοινότητας. Για πολλά χρόνια μόλις τελείωνε τις εργασίες της ημέρας πήγαινε στο γραφείο και ξενυχτούσε για να εξυπηρετήσει τους πολίτες. Τον διαδέχτηκε μετά τη συνταξιοδότησή του η Γαρουφαλιά Στέφου- Σιόλου.

                           Τη φύλαξη των γεωργικών καλλιεργειών από τις επιδρομές των ζώων και την επίλυση των αγροτικών διαφορών μεταξύ των χωριανών μας εξασφάλιζε ο Αγροφύλακας του χωριού μας. Μεταπολεμικά, για πολλά χρόνια αγροφύλακας του χωριού μας διετέλεσε ο Ιωάννης Τσιαχρής, αργότερα τον διαδέχτηκε ο Γεώργιος Δ. Πιλάτος.

                           Για την ψυχαγωγία και διασκέδαση των Καναλιωτών στις γιορτές, τους γάμους και τα πανηγύρια φρόντιζαν οι μουσικοί του χωριού μας Ευάγγελος Σαμαρίκας , Κων/νος Αντωνίου και ο γιός του Γεώργιος οι οποίοι σε συνεργασία με άλλους μουσικούς γειτονικών χωριών συγκροτούσαν μουσικά συγκροτήματα και διασκέδαζαν όσους συμμετείχαν στις ανωτέρω εκδηλώσεις.

                            Υπήρχαν φυσικά και άτομα μέσα στο χωριό μας που παρείχαν υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης. Προπολεμικά ο Ηλίας Σαμαρίκας με τις πρακτικές του γνώσεις ήταν ο άνθρωπος για όλες τις παθήσεις. Φυσικά το κινίνο είχε μεγάλη κατανάλωση. Μετά τη δεκαετία του 50 τέτοιο λειτούργημα άσκησαν ,παράλληλα με τις εργασίες των, ο Δημήτριος Κ. Αντωνίου και ο αδελφός του Παναγιώτης Κ. Αντωνίου, ειδικός για τις παθήσεις της σπονδυλικής στήλης. Παρόμοιες υπηρεσίες παρείχε και ο Γεώργιος Δ. Αντωνίου (Βαμβακούλας). Υπηρεσίες γενικής παθολογίας με εξειδικευμένες γνώσεις παρείχε ο γραμματικός του χωριού μας Ιωάννης Ν. Αντωνίου.

                           Οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική χαλκώματα , χάλκινα μαγειρικά σκεύη (τεντζερέδες, καζάνια, κακκάβια κ.α). για να αποφύγουν την οξείδωση πολλές φορές τα κασσιτέρωναν, γάνωναν, δηλ. επικάλυπταν την επιφάνεια των χάλκινων σκευών με μεταλλικό στρώμα από κασσίτερο, καλάι. Τη δουλειά αυτή την έκαναν οι γανωτήδες, γνωστοί σε μας ως καλαντζήδες. Προπολεμικά στο χωριό μας πρόσφερε τέτοιες υπηρεσίες ο Κων/νος Γρίβας, επονομαζόμενος Καλαντζής, μεταπολεμικά και μέχρι τώρα εξακολουθεί να προσφέρει τέτοιες υπηρεσίες ο Αριστείδης Σιόλος. Δυστυχώς τα ανοξείδωτα σκεύη σήμερα του στέρησαν αυτή την εργασία.

                           Η εξασφάλιση της στέγης για κάθε οικογένεια ήταν βασικός στόχος. Παράλληλα δε φρόντιζαν να εξασφαλίσουν στάβλους, καλύβες για τα ζώα τους και τις ζωοτροφές. Γι’ αυτό ο τεχνίτης, χτίστης ήταν απαραίτητος. Πάρα πολλοί Καναλιώτες απόκτησαν την ειδικότητα του κτίστη και ανήγειραν πολλά οικοδομήματα μέσα στο χωριό μας. Υπήρχαν αρκετές συντεχνίες μαστόρων στα Κανάλια που αναλάμβαναν την ανέγερση και σκεπή σπιτιών και αποθηκών με δίπλατες (δίρρηχτες ) ή τετράπλατες (τετράρηχτες ) στέγες .

                           Τον πρώτο λόγο σε κάθε συντεχνία τον είχε ο Πρωτομάστορας τόσο στην ανάληψη της οικοδομικής εργασίας όσο στο σχεδιασμό και ανέγερση του κτιρίου. Οι Τσιακουκαίοι αποτελούσαν την ισχυρότερη και καλοφημισμένη συντεχνία. Ακολουθούσαν οι Δερνικαίοι: Στουγιαννομήτρος (Δημήτριος Ι. Δερνίκας) και Μητράκης (Δημήτριος Κων/νου Δερνίκας). Άλλοι μάστοροι επίσης ήσαν: Ο Κων/νος Δημ. Αντωνίου (Κωτσιάκης), Κων/νος Χ. Δερνίκας, Γεώργιος Δημ Πιλάτος. , Σπυρίδων Παναγιώτου Τσιόκας. Ξεχώριζε στο χτίσιμο ο Νικόλαος Δ. Αντωνίου (Πλούμης-Πλούμς). Όσον αφορά για το λασπιά δε χρειαζόταν ειδίκευση, αρκούσε η χαμαλοδουλειά του. Αξιόλογοι ξυλουργοί αναδείχτηκαν: Ο Ραφτομήτρος (Δημήτριος Γ. Δερνίκας) και ο Τριανταφλάκος (Τριαντάφυλλος Γ. Δερνίκας). Μάλιστα ο Ραφτομήτρος ήταν καλός κτίστης και πρώτος αυτοδίδακτος τορναδόρος στο χωριό μας.

                           Όλοι στο χωριό είχαν γεωργικά εργαλεία τα οποία κάθε τόσο έπρεπε να επισκευάζουν. Έτσι το επάγγελμα του σιδηρουργού είχε ζήτηση και πριν και μετά τον πόλεμο. Άσκησαν πολλοί το επάγγελμα αυτό και άφησαν και όνομα. Μεταπολεμικά δυο σιδηρουργεία με καμίνια άνοιξαν. Στα Άνω Κανάλια με τον Ευάγγελο Γ. Σιόλο και στα Κάτω Κανάλια με τον Δημήτριο Π. Αγέλη. Γρήγορα και οι δυο εγκατέλειψαν το επάγγελμα και στράφηκαν σε άλλες εργασίες. Για όσο χρόνο εγκαταστάθηκε και παρέμεινε στο χωριό ο Κων/νος Ρέγκλης εξυπηρετούσε το χωριό όχι μόνο σα σιδεράς, μάστορας αλλά και σαν πεταλωτής.

                           Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε υποζύγιο (άλογο, μουλάρι ή γαϊδούρι). Πρώτο μέλημα κάθε Καναλιώτη ήταν να εξασφαλίσει ένα καλό και γερό σαμάρι για το ζώο του. Δυστυχώς στα Κανάλια κανένας δεν άσκησε το επάγγελμα του σαμαρά. Ήταν αναγκασμένοι να καταφεύγουν στη Λευκάδα, στον σαμαρά Παφίλη

                           Η ζωή μπορεί να ήταν δύσκολη στο χωριό, όμως οι Καναλιώτες προσπαθούσαν να ξεχάσουν τις δυσκολίες, τα βάσανα και τις στερήσεις με κάνα ποτηράκι κρασί. Γι’ αυτό καλλιεργούσαν και αμπέλια και αναρριχώμενα πάνω στα δέντρα κλήματα από τα οποία αποκόμιζαν αρκετά σταφύλια, που τους έδιναν και κρασί και τσίπουρο. Απαραίτητος στην περίπτωση αυτή ήταν ο Βαρελάς, ο οποίος έφτιαχνε βαρέλια και κάδες ή τα επισκεύαζε. Σπουδαίοι βαρελάδες ήταν από τα Κάτω Κανάλια οι Λεωνίδας Τσιόκας και Δημήτριος Πιλάτος και στα επάνω Κανάλια ο Δημήτριος Αθ. Δερνίκας  

                           Η οικόσιτη κτηνοτροφία ήταν γενικά για όλους. Κάθε οικογένεια χρειαζόταν σκεύη για τα γαλακτοκομικά προϊόντα δηλ. βούρτσες , βουρτσόξυλα, καρδάρες, βιδούρες που γίνονταν από ξύλα κέδρων ή ελάτων. Αξιόλογοι τέτοιοι βαρελάδες αναδείχτηκαν οι Σιψαίοι, ο Βασίλειος Σίψας , ο γιος του Κων/νος και αργότερα ο εγγονός του Γεώργιος Κ. Σίψας.

                           Επειδή κάθε οικογένεια έπρεπε να είναι αυτάρκης , η υφαντουργική ικανότητα της γυναίκας μέσα στην οικογένεια ήταν δεδομένη. Εξ’ άλλου διατυμπάνιζαν την ικανότητα αυτή της γυναίκας προ του γάμου ως σπουδαίο γαμήλιο προσόν. Έτσι σε κάθε οικογένεια στηνόταν ο αργαλειός και κατά τη χειμερινή περίοδο δούλευε ασταμάτητα. Το επάγγελμα της υφάντριας δεν το ασκούσαν μονοπωλιακά.

                           Την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους την ανέλαβαν οι δάσκαλοι και των δυο σχολείων Άνω και Κάτω Καναλίων. Τα Κανάλια ανέδειξαν πολλούς δασκάλους. Δύο μόνο απ’ αυτούς υπηρέτησαν στον τόπο τους. Προπολεμικά ο Αθανάσιος Τσεκούρας και μεταπολεμικά ο Γεώργιος Π. Δερνίκας.

                           Την διαποίμανση του πληρώματος της Εκκλησίας των Καναλίων είχαν οι ντόπιοι ιερείς που έζησαν και την υπηρέτησαν όπως οι αείμνηστοι Πατέρες Κων/νος Τσεκούρας, Σταύρος Αντωνίου και Βασίλειος Αντωνίου. Σήμερα άοκνα παρά την ηλικία του και την συνταξιοδότησή του εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εφημέριος της ενορίας Αγίου Αθανασίου ο σεβαστός πατέρας Δερνίκας Γεώργιος του Ιωάννου. Επίσης συλλειτουργεί και ο σεβαστός πατέρας Τσιόκας Σπυρίδων του Παναγιώτου.

                           Μπορεί οι ανωτέρω επαγγελματίες και λειτουργοί να άσκησαν μονοπωλιακά το επάγγελμά τους, παράλληλα ασχολούνταν και με άλλες δραστηριότητες για να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες. Η παράθεση αυτή των επαγγελμάτων είναι μια προσωπογραφία της Καναλιώτικης κοινωνίας και μια κατάθεση στην τράπεζα της μνήμης μας, για να παίρνουμε καμιά φορά ως τόκο τη γλυκιά ανάμνηση.

 

Ειδικός ..κουρέας!!!!

(Μια εύθυμη ιστορία από την επαγγελματική ζωή των Καναλιωτών)      

του Κώστα Κωστούλα

Ο Σπύρος  Π. Τσιόκας στα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου του ασκούσε περιστασιακά και το επάγγελμα του κουρέα. Είχε τα σύνεργά του τοποθετημένα σε ένα ξύλινο κουτί, μια κουρευτική μηχανή χειροκίνητη όχι με μπαταρία όπως είναι οι μηχανές τώρα , ένα ψαλίδι και μια τσατσάρα. Το κουτί αυτό το είχε τοποθετημένο σε ένα ράφι στο μαγαζί του Γιώργου Κωστούλα και εκεί περίμενε τους πελάτες τις βραδινές ώρες. Ένα  καλοκαιριάτικο πρωινό συνάντησε  ο Αριστείδης Σιόλος  το Σπύρο Τσιόκα και του ζήτησε αν μπορεί να τον κουρέψει το βράδυ γιατί-όπως του είπε- την επομένη θα έπρεπε να πάει στα βουνά όπου είχε τα πρόβατα. Το βραδάκι ο Αριστείδης συνεπής στο ραντεβού του με τον κουρέα έφτασε έγκαιρα στο μαγαζί του Κωστούλα και κάθισε στην καρέκλα. Ο κουρέας  αφού έκανε τη σχετική προετοιμασία άρχισε το κούρεμα. Είχε αποκτήσει μεγάλη  εμπειρία στο επάγγελμα και η μηχανή και το ψαλίδι έβγαζαν… φωτιές από την ταχύτητα με την οποία τα χρησιμοποιούσε. Ο Αριστείδης κάποια στιγμή θέλοντας να προστατευθεί του λέει.

  • Σπύρο , δεν πιστεύω να μου κάνεις καμιά ψαλιδιά, την άλλη Κυριακή έχω γάμο!
  • Και ο κουρέας : Άααα δε μου το πες αυτό! Εσύ μου είπες ότι θέλεις να πας στα βουνά, εγώ σε κουρεύω για τα βουνά!!!!

Κόκκαλο ο Αριστείδης!!

Login