ΕΝΟΠΛΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 Η Τουρκική κατάκτηση με τα δεινά που επακολούθησαν δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη και δραστηριότητα ένοπλων αντιστασιακών σωμάτων ξηράς. Τέτοια σώματα ήσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί:

ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

Από την πρώτη μέρα της Τουρκικής κυριαρχίας οι Ελληνικοί πληθυσμοί ή μεμονωμένα άτομα, μπροστά στην απειλή της σφαγής ή της αιχμαλωσίας πήραν το δρόμο που οδηγούσε μακριά από την ταπείνωση και τον εξευτελισμό, το δρόμο προς τις ορεινές και απρόσιτες περιοχές, όπου δημιούργησαν τους πρώτους οικισμούς. Οι αντίξοες συνθήκες τους έκαναν να αναπτύξουν  σωματικές και πνευματικές ικανότητες για να επιβιώσουν. Στα πλαίσια της καινούργιας ζωής οι οικογένειες και τα άτομα ξαναγύρισαν στις αρχέγονες πηγές ζωής, στην κτηνοτροφία και τη γεωργία.

Από αυτούς τους οικισμούς προήλθαν σε μεγάλο ποσοστό οι κλέφτες. Είναι γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι κλέφτες δεν είχαν συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία των ραγιάδων. Οι αγώνες τους περιορίζονταν σε μια στενή εδαφική περιοχή, σε μια ολιγάριθμη ομάδα, τα συμφέροντα της οποίας υπεράσπιζαν. Όταν όμως οι κλέφτες άρχισαν να συνασπίζονται και να δρουν εναντίον των Τούρκων έχουμε μεταβολή του κλέφτικου χαρακτήρα. Αποτέλεσμα μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη ικανή να ταράξει τα θεμέλια της Τουρκικής κυριαρχίας. Αποτέλεσαν τη «μαγιά της λευτεριάς» κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Μακρυγιάννη.

Επειδή οι κλέφτες δεν είχαν μόνιμη διαμονή και απασχόληση για να επιβιώσουν ήσαν αναγκασμένοι να αρπάζουν ζωντανά από τα κοπάδια των τσομπάνηδων, εισοδήματα κ.α. Πολλές φορές κατέβαιναν στις πεδιάδες και στις πόλεις, λήστευαν τους αλλόθρησκους τυράννους, κάποτε και τους ομόθρησκούς τους και γι’ αυτό ονομάστηκαν κλέφτες. Ακόμη πολλές φορές έκαναν επιθέσεις σε Τούρκους ταξιδιώτες ή σε Τουρκικά αποσπάσματα που μετέφεραν τους φόρους, αιχμαλώτιζαν πολλούς από αυτούς και για να τους ελευθερώσουν έπαιρναν λύτρα. Έτσι με τον τρόπο αυτό έπαιρναν εκδίκηση για τα δεινοπαθήματα της φυλής.

Κατά την Τουρκοκρατία την εξουσία την είχαν οι Τούρκοι και οι  κοτζαμπάσηδες. Αυτοί οι οποίοι την αρπαγή, τη βία και την κλεψιά τα είχαν κάνει νόμο, αποκαλούσαν κλέφτες εκείνους που αρματώθηκαν για να πολεμήσουν το καθεστώς της δουλείας, της αρπαγής και της κλεψιάς. Στη συνείδηση των Ελλήνων η λέξη κλέφτης απέκτησε άλλη σημασία. Κλέφτης ήταν ο ελεύθερος αρματωμένος Έλληνας, ο τιμωρός των αδικητών, το καμάρι των Ελλήνων.

 Μέρα με την ημέρα τα σώματα των κλεφτών πλήθαιναν « κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης» λέει ένα δημοτικό μας τραγούδι.

Οι κλέφτες στον αγώνα τους είχαν συμπαραστάτες και συμπολεμιστές τους ξωμάχους, τους γεωργοκτηνοτρόφους από τους οποίους προέρχονταν. «όταν οι κλέφτες έρχονταν σε συμπλοκή με τους Τούρκους όλοι οι γεωργοί άφηναν το ζευγάρι και επάγαιναν να βοηθήσουν τους κλέφτες» αναφέρει σε διήγησή του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το γεγονός αυτό φανερώνει το πλάτος και το βάθος του κινήματος της κλεφτουριάς. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο κλέφτης ήταν το μεγαλύτερο ιδανικό για τους σκλαβωμένους Έλληνες. Η εκούσια συμμετοχή των Ελλήνων στα σώματα των κλεφτών φαίνεται καθαρά μέσα από τα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια μας.

"Μάννα σου λέω δε μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω

δεν ημπορώ, δε δύναμαι

εμάλλιασε η καρδιά μου

θα πάρω το ντουφέκι μου να πάω να γίνω κλέφτης"

Οι κλέφτες έχοντας στήριγμα τον σκλαβωμένο Ελληνικό λαό συγκρότησαν ομάδες στις ορεινές απρόσιτες περιοχές της πατρίδος μας. Σχημάτισαν τα στρατόπεδά τους (Λημέρια τους), είχαν ιεραρχία:

Καπετάνιος (αρχηγός) 

Πρωτοπαλίκαρο (υπαρχηγός)

Κλεφτόπουλα και
Φλάμπουρο (σημαία).

Εκπαιδεύονταν στις πολεμικές τέχνες (σκοποβολή- ξιφομαχία κ.α. ), ασκούνταν στο τρέξιμο, στο πήδημα και είχαν κανόνες πειθαρχίας και συμπεριφοράς. Στα γιουρούσια (επιθέσεις) κατά των Τούρκων εφάρμοζαν την τακτική της ενέδρας και του αιφνιδιασμού.

Αυτός ήταν ο λεγόμενος κλεφτοπόλεμος.

Η ζωή του κλέφτη ήταν γενικά δύσκολη. Είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τον κατατρεγμό του Τούρκου κατακτητή, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες (κρύο, χιόνι, βροχή, ζέστη), την έλλειψη τροφής, ένδυσης, υπόδησης και στέγης. Παρ’ όλα αυτά η ψυχή του κλέφτη τα υπόμενε όλα καρτερικά. Το δημοτικό τραγούδι  

«Μαύρη ζωή που κάνουμε ,

 εμείς οι μαύροι κλέφτες, 

ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε, 

όλη τη μέρα πόλεμο τη νύχτα καραούλι» 

ξετυλίγει τη σκληρή ζωή των κλεφτών. Τα ηρωικά κατορθώματα των κλεφτών , οι αγώνες, οι θυσίες και η λεβεντιά τους συγκίνησαν τον Ελληνικό λαό και τον ενέπνευσαν ο οποίος με αξιοθαύμαστη ζωντάνια και παραστατικότητα τα έκανε τραγούδι. Είναι τα αθάνατα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνδυάζοντας τα επικολυρικά στοιχεία με το τραγικό μεγαλείο του αγώνα των κλεφτών εξακολουθούν να συγκινούν και σήμερα. Περιγράφουν ηρωικούς θανάτους κλεφτών, κατατρεγμούς, ανθρώπινες χαρές και λύπες και την διαρκή και ανειρήνευτη πάλη τους κατά των τυράννων. Το παρακάτω τραγούδι μας δίνει μια εικόνα της κλέφτικης ζωής.

«όσο ν’ ο κλέφτης ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει

κι’ αν πέσει το κεφάλι του δε μπαίνει σε ταγάρι»

Με τη δραστηριότητά τους οι κλέφτες περιόρισαν την αυθαιρεσία και αδικία των Τούρκων και κοτζαμπάσηδων σε βάρος των ραγιάδων και έγιναν η ελπίδα και η παρηγοριά των σκλαβωμένων Ελλήνων. Η κλεφτουριά προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο δουλωμένο έθνος μας. Οι δασωμένες ορεινές περιοχές της δυτικής Φθιώτιδας (Γαύρος- Οξυά- Τυμφρηστός) αποτέλεσαν στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας καταφύγια και ορμητήρια των κλεφτών. Τα κλέφτικα σώματα ήσαν ολιγάριθμα και τους χειμερινούς μήνες κατέφευγαν στους πλησιέστερους οικισμούς Πίντζι, Ντελή, Μοναστήρι Ρούστιανης, Ρουμιάτικα, Νεχώρι, Πουγκάκια, κ.α. και όταν «Ανθίζει ο Γαύρος και η Οξυά κι’ ισκιώνουν τα λημέρια» οι κλέφτες ανασυντάσσονταν για να συνεχίζουν το δικό τους αγώνα. Είναι βέβαιο γεγονός ότι το Μοναστήρι της Ρούστιανης συντηρούσε αρκετό αριθμό κλεφτών στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς.

Η Οθωμανική εξουσία στο εσωτερικό της είχε ν’ αντιμετωπίσει δυο σοβαρά προβλήματα, τη φρούρηση συγκεκριμένων ορεινών στενών περασμάτων (δερβένια) που βρίσκονταν  σε σημαντικούς οδικούς άξονες και τη ληστεία. Τη φρούρηση των στενών περασμάτων ανέθετε σε ομάδες ενόπλων , τους δερβενατζήδες, αποτελούμενες στην αρχή από μουσουλμάνους. Επί κεφαλής τους ήταν ο Δερβέναγας. Σε πολλές περιπτώσεις τη φρούρηση των Δερβενίων αναλάμβαναν συλλογικά οι Χριστιανοί κάτοικοι των πλησιέστερων χωριών τα οποία διέθεταν άνδρες για τον έλεγχο και φύλαξη των στενών περασμάτων με αντάλλαγμα την απαλλαγή από ορισμένους φόρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν το δικαίωμα οι δερβενατζήδες να εισπράττουν ένα είδος διοδίων για τους ανθρώπους και τα εμπορεύματα. Για την καταπολέμηση της ληστείας ανέθεταν σε ομάδες ενόπλων, τους αρματολούς, οι οποίοι είχαν ως αποστολή την  τήρηση της τάξης και την καταδίωξη των ληστών μιας περιοχής που συνήθως ταυτιζόταν με έναν καζά (επαρχία).

Στην αρχή του θεσμού του αρματολού η εκλογή του καπετάνιου στο αρματολίκι του γινόταν σε συνέλευση στην οποία συμμετείχε ο αντιπρόσωπος του Πασά, ο καδής, οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί προύχοντες. Όταν όμως οι Πασάδες είχαν μεγάλη δύναμη , όπως ο Αλή Πασάς, ο καπετάνιος επιλεγόταν από τον ίδιο τον Πασά για το αρματολίκι του. Ο καπετάνιος στρατολογούσε τα παλληκάρια του που αποτελούσαν τον ταϊφά του και όριζε τους λουφέδες (αμοιβές) οι οποίοι προέρχονταν από τοπικούς φόρους (το αρματολιάτικο). Η θητεία του κάθε αρματολού διαρκούσε συνήθως ένα εξάμηνο ή ένα χρόνο ,όμως τις περισσότερες φορές ανανεωνόταν . Ο αριθμός των παλληκαριών κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 20-50 ανδρών. Στα σώματα των αρματολών έχουμε την ίδια ιεραρχία και δομή όπως στα σώματα των κλεφτών . Οι αρματολοί στήριζαν την ισχύ τους στα όπλα και στη βία. Ενέπνεαν φόβο στα αγροτικά σώματα και προσπαθούσαν να φανούν υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη στις τοπικές Οθωμανικές εξουσίες, για να διατηρήσουν το αρματολίκι τους. Ο πρώτος εχθρός του αρματολού ήταν ο κλέφτης, που πολλές φορές τον ανταγωνιζόταν για να τον αντικαταστήσει στο αρματολίκι του. Βασικός στόχος του αρματολού ήταν να αναγκάσει τον κλέφτη να «προσκυνήσει», να δηλώσει ότι μετανοεί για την ανυπάκουη δράση του και να υποταχθεί στην Τούρκικη εξουσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις κλέφτες που αναδείχτηκαν ικανότεροι από τους αρματολούς, ανάγκαζαν την Οθωμανική εξουσία να δώσει σ’ αυτούς το αρματολίκι. Οι αρματολοί που έχαναν το αρματολίκι τους συχνά μετατρέπονταν σε κλέφτες και οι συγκρούσεις αυτές μεταξύ πρώην και νυν αρματολών και κλεφτών κατέληγαν σε βεντέτες. Η πιο γνωστή βεντέτα είναι μεταξύ Γριβαίων και Κατσικογιανναίων που έριζαν για το αρματολίκι της Βόνιτσας. Όμως σε καμία από αντίπαλες ομάδες δε συνέφερε η αλληλοεξόντωση ή η διηνεκής σύγκρουση. Τόσο οι αρματολοί όσο και οι κλέφτες προέρχονταν  κυρίως από γεωργοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς των ορεινών περιοχών, διατηρούσαν στενές σχέσεις μεταξύ τους και με τους ποιμένες της περιοχής τους. Η ισχύς που διέθεταν οι αρματολοί τους επέτρεψε να αναπτύξουν και οικονομικές δραστηριότητες σε πολλούς τομείς. Η επένδυση στην κτηνοτροφία δεν ήταν κάτι καινούργιο για τους αρματολούς καθώς οι περισσότεροι προέρχονταν από κτηνοτροφικό περιβάλλον. Όμως είχαν κοπάδια τα οποία εκμίσθωναν σε βοσκούς εξασφαλίζοντας ανταλλάγματα (Νικόλαος Στουρνάρης, καπετάνιος του Ασπροπόταμου). Άλλοι δε επένδυαν σε γαίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην περιοχή μας είναι το κτήμα των Κοντογιανναίων στον Τυμφρηστό που διατηρείται μέχρι σήμερα. Ακόμη οι αρματολοί είχαν την υποχρέωση να υποστηρίξουν ένοπλα ή αναλάμβαναν οι ίδιοι τη συλλογή προσόδων για λογαριασμό των Οθωμανών αξιωματούχων. Ο ανταγωνισμός για τη εκμίσθωση κα είσπραξη των φόρων έφερε τους αρματολούς και τους δημογέροντες σε αντιπαράθεση. Ορισμένες φορές κατέληγαν σε συγκρούσεις, σε φόνους και σε βεντέτες.
Η πιο γνωστή σύγκρουση είναι των Κοντογιανναίων αρματολών της Υπάτης και Χατζαίων προεστών του Μαυρίλου , στα τέλη του 1820, που έληξε με φόνο των αρσενικών μελών των Χατζαίων από τους Κοντογιανναίους στις αρχές της επανάστασης του 1821. Τα αρματολίκια μαζί με τα λημέρια των κλεφτών στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ήσαν οι εστίες που ζέσταιναν το εθνικό φρόνημα. Σ’ αυτά στήριζε τις ελπίδες του ο Ρήγας ο Βελεστινλής, για την απελευθέρωση του δουλομένου γένους. Οι πολυάριθμοι αυτοί πυρήνες (αρματολίκια- λημέρια) αντιστάσεως του Ελληνικού λαού έγιναν κατά την επανάσταση του 1821 ισάριθμα μικρά στρατόπεδα από τα οποία προήλθαν οι μαχητές που πρόσφεραν τον εαυτό τους και τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του Έθνους

Του Γιάννη Κουτσοκώστα

Login