ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΥΣΤΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

Του Γιώργου Κυριάκη kyriakis giorgos

Ο Ομέρ Βρυώνης κίνησε τα Κράβαρα να πάρει

δρόμο ν’ ανοίξει δυτικά , που η κλεφτουριά κατέχει.

Γαρδίκι , Οξυά , Λουμποτινά στη Ναύπακτο να φτάσει.

Τσάμηδες και Γκέκηδες στέλνει στην Υπάτη

Τόσκηδες και Λιάπηδες φέρνει στο Ζητούνι

Όλοι τούτοι ήτανε του Αλή πασά ασκέρι

γεράκια στα κατσάβραχα τσακάλια μες στους κάμπους

ορδές που ζουν από το πλιάτσικο και την παρανομία.

Αυτούς μπροστά τους έβαλε στα Κράβαρα να πάνε

με οδηγό το Σπερχειό να φτάσουν στις πηγές του.

Ρημάζουν καίνε τα χωριά στο Μοναστήρι φτάνουν

της Παναγιάς της Ρούστιανης αντίκρυ στο Κανάλι.

Κολλήγοι και καλόγεροι στον Κούκο καταφεύγουν

παίρνουν το Δισκοπότηρο και τ’αργυρά καντήλια,

παίρνουν και την Παναγιά τη Χρυσοστεφανωμένη

κι όλα τα γιδοπρόβατα στα κορφοβούνια πάνε

Στα ξάγναντα η κλεφτουριά είναι ταμπουρωμένη.

Τόσκηδες και Λιάπηδες στο Μοναστήρι μπαίνουν

Ψάχνουν να βρούνε μάλαμα , ψάχνουν να βρουν ασήμι

σεντούκια είναι αδειανά παγκάρι δίχως γρόσια.

- Ανάθεμά σας καλόγεροι και σεις βρωμοκολλήγοι

Αχάριστοι Γκιαούρηδες κιοπέκ (σκυλιά) σκελετωμένα

τα πάντα σεις ξηλώσατε ακόμα και το χώμα.

- Φωτιά βάζουν στην εκκλησιά το Μοναστήρι καίνε...

Πυκνά και μαύρα σύννεφα με φλόγες φορτωμένα

ορμούν ψηλά στον ουρανό τον ήλιο σκοτεινιάζουν.

Σειρά σου τώρα Αι-Ηλιά να δούμε τι θα κάνεις

ωρύονται οι Τουρκαλβανοί και τα σπαθιά τροχίζουν

- Στο Μοναστήρι του Αϊ-Ηλιά γοργοχτυπούν καμπάνες

καλούν τον κόσμο για να ΄ρθεί στο Μοναστήρι μέσα,

θέλουν οι μαύροι να ‘χουνε ανθρώπινη ασπίδα...

Χρόνια πολλά δεν πέρασαν σαν να ‘ταν χθες θυμούνται

το δόλιο τον Αλή Πασά τους κλέφτες ν’ αφανίζει.

Γιουσούφ Αράπης πέρασε τους κλέφτες κυνηγώντας

μα εκείνοι οχυρώθηκαν στο Μοναστήρι μέσα.

Μεγάλη μάχη γίνεται οι Τούρκοι λιγοστεύουν.

Φωτιά βάζουν στα έλατα τους κλέφτες για να κάψουν

το Μοναστήρι παίρνει φωτιά οι κλέφτες το ‘χουν σκάσει.

Γυναίκες , γέροι και παιδιά δεν παν στο Μοναστήρι

το νου τους έχουν στην Τουρκιά , τα μάτια στα Κοκκάλια

Σαν είδαν οι καλόγεροι πως ο κόσμος δεν συνάδει

μοτίβο τώρα άλλαξαν το διπλωμάτη παίζουν.

Καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα δοξολογία κάνουν

δόξα να’ χει ο Θεός, Χρόνια πολλά Σουλτάνε...

Μήνυμα στέλνουν στον Πασά να στείλει αντιπροσώπους.

Το κόλπο το οσμίστηκαν τ’ Αλβανικά Τσακάλια

αντιπροσώπους στείλανε δοξάζουν το Σουλτάνο

Ρωτάνε τον ηγούμενο καπνό κι αντάρα αν βλέπει...

Τώρα τι κάνουν ρε Θεόφιλοι ο γούμενος φωνάζει.

Εκεί κοντά στην εκκλησιά στα πέτρινα πεζούλια

αμέριμνος, αμίλητος ο Γέροντας καθίζει

τα χιονισμένα γένια του πείρα και γνώση έχουν.

Ακουμπισμένος στο ραβδί στη σύναξη πηγαίνει.

Κοιτά στα μάτια τους καλόγερους κουνά την κεφαλή του.

- “Να πω πάρτε τ’ άρματα υποτιμώ τους κλέφτες,

λεβέντες  φορούνε τ’ άρματα τα ράσα οι καλογέροι

τα βελουδένια χέρια σας ντουφέκι δεν κρατάνε.

Να πω μπαρούτι και φωτιά είν’  μακριά για σας το Κούγκι.

Χαράμι τρώτε το ψωμί χαράμι και το λάδι.

Χρόνια τώρα το σόι σας το μυστικό κατέχει.

Πάρτε απ’ τον Άγιο τα χρυσά και τ’ αργυρά στολίδια

πάρτε κι απ’ το σεντούκι σας καταραμένια γρόσια

κι άιντε να καλοπιάσετε τον Ομέρ Πασά Βρυώνη.

Γυρίζουν οι καλόγεροι κοιτάνε το κελλάρι

Στα υπόγεια στοιβάζουνε τον μόχθο των κολλήγων

Σιτάρι ζέα δίκοκκο από τον Άι-Γιάννη

κριθάρι, αραβόσιτο και κλαρωτά φασόλια.

Τυρί από αιγοπρόβατα σε γίδινα τουλούμια

λάδι χρυσοπράσινο σε πήλινα πιθάρια

ελιές από την Άμιφισσα σε γυάλινα βαζάκια

κρασί που ανάβει στη φωτιά σε δρύινα βαρέλια

καρύδες , μέλι, κάστανα, σταφίδα σουλτανίνα

αυτά κι άλλα έχουνε απ’τα πολλά μετόχια

νηστεύουνε οι άνθρωποι , κάτι να φάνε πρέπει...

Κανάλια Άγιο Θόδωρη Τουρκαλβανοί διαβαίνουν

στο διάσελο Γαρδίκι-Άγιο Θόδωρη εκεί στρατοπεδεύουν.

Έρχεται κει κι ο γούμενος κι όλοι οι καλογέροι

και πίσω μουλάρια έρχονται με δώρα φορτωμένα.

- Να κι ο Βρυώνης έφτασε στο άλογο καβάλα

δεξιά ζερβά Τουρκοαλβανοί στη μέση Αραπάδες

πιστοί σωματοφύλακες του Μεχμέτ Αλή στρατιώτες

το χαλινάρι τράβηξε κι τ’ άλογο αφρίζει

μαύρο, ψηλό, ατίθασο φρουμάζει χλιμεντρίζει

φλογίζουν τα ρουθούνια του τα μάτια σπινθιρίζουν

λάμπουν τα καπούλια του η χαίτη ανεμίζει.

Πεζεύει ο πασάς και στέκεται στης καστανιάς τον ίσκιο,

δένουν και το άλογο στης καστανιάς τη ρίζα.

Τρέχουν οι καλόγεροι το μαύρο καλιγώνουν

βάζουν τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά μ’ ασήμι

δένουν και στα χάμουρα μαντήλι μεταξένιο.

Κοντά πηγαίνει ο γούμενος και πίσω οι καλογέροι

φέρνει το χέρι στην καρδιά υπόκλιση κάνει βαθιά.

“Καλώς μας ήρθες Ομέρ Πασά να ζήσεις χίλια χρόνια

Αφέντης εσύ στον τόπο μας μεγάλο τ’ όνομά σου.

Δεχτείτε και τα δώρα μας τιμή ευγνωμοσύνης”.

- Όλα πεσκέσι στον Πασά τον Άγιο να μην κάψει.

Στρέφει ο Πασάς την κεφαλί κι ολόγυρα κοιτάζει:

Βλέπει τους καλόγερους κι ο νους του φτερουγίζει

σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά στην ένδοξη Αθήνα.

“Αλλάχ, Αλλάχ γιατί αυτοί τα μαύρα να φορούνε

λεπροί τα μαύρα τα φορούν στη χώρα του Μισίρι (Αίγυπτος)

μακριά από πόλεις και χωριά στην ερημιά που ζούνε.

Να ‘ναι τούτοι Έλληνες, παιδιά του Ιπποκράτη

του Πλάτωνα, του Περικλή , του Μέγα Αλεξάνδρου;

Πού είναι ο Απόλλωνας του Ήλιου αρματηλάτης

η Αθηνά, η Άρτεμις κι ο κεραυνοβόλος Δίας;”

Χαμογελάει ο Πασάς, το γούμενο κοιτάζει.

- “Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας”.

Ευχαριστώ ηγούμενε ο Αλλάχ να σας φυλάει

τιμή σε σας καλόγεροι και Άγιοι Δεσποτάδες

οι πιο πιστοί μας σύμμαχοι σε Ανατολή και Δύση

Εσείς καλά το ξέρετε στους άλλους να το πείτε:

Πως τα γρόσια σβήνουν τις φωτιές, τα γρόσια και σε καίνε.

Γεώργιος Κυριάκης

Login