Ιστορία Μοναστηριού

Αντωνίου Βασίλειος, Ιερέας

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΡΟΥΣΤΙΑΝΗΣ

Ο Χρόνος ίδρυσης του Μοναστηριού.

Ο ακριβής χρόνος της ιδρύσεως του Μοναστηριού δεν είναι γνωστός και τούτο οφείλεται στην έλλειψη γραπτών μαρτυριών.

Εάν πάρουμε ως οριακό σημείο την επανάσταση του 1821 και ζητήσουμε να μάθουμε την ιστορία του Μοναστηριού πριν από τη επανάσταση θα μείνουμε φτωχοί από ιστορικές γνώσεις.

Η πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανάγκασε πάρα πολλούς μοναχούς της πόλης και των παραλίων της Μικράς Ασίας να ζητήσουν καταφύγιο και φιλοξενία στα απάτητα από τους Τούρκους βουνά της πατρίδας μας.

Κατά το διάστημα αυτό κυνηγημένοι και ξεριζωμένοι Μοναχοί ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην πανέμορφη παραποτάμια περιοχή της Ρουστιανίτικης γης, σε ένα πανοραμικό λόφο αντίπερα στα Κανάλια, τον οποίο ο Μεγάλος Αρχιτέκτονας της φύσης τον προόρισε να γίνει τόπος προσευχής και λατρείας. Ο αντίλαλος της καμπάνας του Μοναστηριού με το άρωμα του ελάτινου αέρα έφτανε μέσα από τα φυσικά μικρόφωνα της φύσης στα διπλανά χωριά, Γαρδίκι, Παλιοχώρι, Πουγκάκια, Κανάλια, Πίτσι και Λευκάδα. Οι χωρικοί με το άκουσμά της έστρεφαν το βλέμμα των προς την Παναγία καιτην παρακαλούσαν να γίνει μεσίτρια για την απελευθέρωση του σκλαβωμένου γένους. Πόση γαλήνη και ψυχική ηρεμία δεν αισθάνεται κανείς και σήμερα ατενίζοντας τον Άγιο αυτόν τόπο του Μοναστηρίου.

Το Μοναστήρι στην ιστορική του πορεία γνώρισε ακμή και παρακμή, πτώση και ανάσταση, ζωή και θάνατο, έγινε το καταφύγιο των κλεφτών και αρματολών, αλλά και το μεγάλο αγκάθι των Τούρκων Αγάδων της Σπερχειάδος, από τους οποίους δεχόταν πολύ συχνά επιδρομές με αποτέλεσμα σιγά- σιγά την αποδυνάμωση του Μοναστηριού.

Οι Μοναχοί έβλεπαν με πόνο στην Ψυχή, ότι από την μανία των Τούρκων δεν πρόκειται να ησυχάσουν και επομένως το μέλλον της παραμονής των στο Μοναστήρι το έβλεπαν αβέβαιο και η ε­πιβίωσή των ακατόρθωτη, αφού και τα γεωργικά προϊόντα από την καλλιέργεια της Ρουστιανίτηκης γης και κτηνοτροφικά προϊόντα, ζώα κ.λ.π κατά κοπάδια οδηγούντο στη Σπερχειάδα για τη συντήρηση των Τούρκων στρατιωτών. Μη μπορώντας λοιπόν να αντέξουν την συνεχή αυτή κατάσταση έσφιξαν την καρδιά τους και με δάκρια στα μάτια εγκατέλειπαν το Μοναστήρι που τόσο αγάπησαν, προς άγνωστη κατεύθυνση.

Σ' αυτή την κατάσταση βρέθηκε το Μοναστήρι με την ανατολή της μεταπαναστατικής περιόδου σύμφωνα με το ιστορικό έγγραφο που βρέθηκε στον υπ' αρθμ. 69 φάκελο των γενικών αρχείων του κράτους-Μοναστηριακά.

Το Μοναστήρι που άλλοτε έσφυζε από δύναμη και ζωντάνια, έμεινε με τον ηγούμενο Ιωαννίκιο και δυο άλλους Μοναχούς, τραγικές φιγούρες που πρόβαλλαν μέσα από τα χαλάσματα και τα αποκαΐδια, να δανείζονται διάφορα [ποσά προσπαθώντας να επισκευάσουν την Εκκλησία και τα κελιά. Τους σταμάτησε όμως η χαριστική βολή που τους δόθηκε από τον νόμο του Όθωνα, ο οποίος δημοσιεύτηκε την 25/9/1833 βάσει του οποίου διαλύθηκαν 412 Μοναστήρια σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, διατηρήθηκαν δε μόνο 85.

Αιτία της διάλυσής τους ήταν ότι δεν είχαν τον προβλεπόμενο αριθμό Μοναχών, τουλάχιστον 6 όπως όριζε ο Νόμος, τον οποίο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του κατέκρινε δριμύτατα ως εξής. «Διάλυσαν τα Μοναστήρια και οι καημένοι οι Καλόγεροι, όπου αφανίστηκαν εις τον αγώνα, πεθαίνουν της πείνας μέσα στους δρόμους, όπου αυτά τα Μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της επανάστασής μας. Και θυσιάσαν οι καημένοι οι Καλόγεροι και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα .

Και οι αναθεματισμένοι της πατρίδας πολιτικοί μας, κι ο Τουρκοπιασμένος Κωνσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινάς- Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών -συμφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και χάλασαν και ρήμαξαν όλους τους Ναούς των Μοναστηριών»

Όλα τα Μοναστήρια της επαρχίας Φθιώτιδος διαλύθηκαν γιατί δεν είχαν τον απαιτούμενο αριθ­μό Μοναχών. Μόνο για ιστορικούς λόγους επετράπη η διατήρηση της Μονής Αγάθωνος και για εθνικούς λόγους της Avτίνιτσας, ως μετόχι της Μονής Αγάθωνος. Τα διαλυθέντα Μοναστήρια έπαυσαν να έχουν νομική υπόσταση με όλες τις επιπτώσεις (απώλεια της περιουσίας, μετάβαση των λίγων Μοναχών σε διατηρούμενο Μοναστήρι, μεταφορά εκεί των τυχών λειψάνων και αρχείων). Οι υπηρεσίες που προσέφεραν ξεχάστηκαν πολύ γρήγορα και αντί για το ευχαριστώ, το αρτισί­στατο μετά την απελευθέρωση Ελληνικό Κράτος, παρασυρμένο απ' τους «προστάτες του» και τους άλλους ετεροδόξους κηδεμόνες, έδωσε τη δολοφονική μαχαιριά της διαλύσεώς των.        Ο εθνικός μας ιστορικός Κων. Παπαρρηγόπουλος και τόσοι άλλοι ιστορικοί του αγώνα επιβεβαιώνουν με τρόπο που δεν δέχεται αμφισβήτηση την ασύλληπτη σε βάθος και μέγεθος ηθική και υλική προσφορά των Μοναχών και του Κλήρου. Ο Πουκεβίλ, Γάλλος διπλωμάτης και ιστοριογράφος, διετέλεσε το1805-1815 πρόξενος της Γαλλίας στα Ιωάννινα, την εποχή του Αλή Πασά, και έπειτα στην Πάτρα, γράφει σε ένα από τα πολλά βιβλία που έγραψε για την Ελλάδα και τους αγώνες της, αναφέρει χαρακτηριστικά «κάτω από το ράσο γεννήθηκε το 1821".Κι' όμως το ράσο αυτό το τιμημένο και ματωμένο, η σημαία του αγώνα περιφρονήθηκε και χλευάσθηκε, εκατοντάδες Μοναστηριών διαλύθηκαν, εκατοντάδες φωτεινοί φάροι της ορθοδοξίας έσβησαν για πάντα από τον Ελλαδικό χώρο.

- Το Μοναστήρι της Ρούστιανης το οποίο συμπαραστάθηκε και βοήθησε υλικά και ηθικά τον ιερό αγώνα για την απελευθέρωση του 'Έθνους, είχε την ίδια τύχη. Αντί του ευχαριστώ εισέπραξε την αγνωμοσύνη και τη διάλυση.

Η μεγάλη κτηματική περιουσία του Μοναστηριού ανατολικά μεν έφτανε μέχρι τον Αϊ-Γιάννη, αντίπερα της Λευκάδας που κατά την παράδοση ήταν μετόχι του Μοναστηριού, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Βόρεια μέχρι την Αγία Ιερουσαλήμ, μετόχι κατά την παράδοση και αυτό του Μοναστηριού, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Όλη αυτή η κτηματική περιουσία δημεύτηκε διενεμήθη στα γειτονικά χωριά χωρίς να αφήσουν στην κυριότητα του Μοναστηριού ούτε ένα στρέμμα γης ούτε καν αυτά που ήταν πλησίον και γειτόνευαν με το Μοναστήρι. Μέρος από αυτή, δηλαδή τη δική του γη, αναγκάστηκε να αγοράσει το Μοναστήρι προ ετών για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών.

Το Μοναστήρι της Ρούστιανης υπήρξε χωρίς καμία αμφισβήτηση Μοναστήρι κυρίαρχο, ως έχον κατά απόλυτον κυριότητα έδαφος και ακίνητον περιουσίαν με ιδική του νομική υπόσταση, διοίκηση και σφραγίδα, δεν υπήρξε μετόχι άλλου Μοναστηριού ούτε κατά παράδοση ούτε κατά φαντασία. Για την ιστορία, το μετόχιον είναι Μοναστηριακό κτήμα απομεμακρυσμένον της Μονής και διοικού­μενον υπό ενός Μοναχού ανήκοντος εις αυτήν χωρίς καμίαν νομικήν υπόσταση.          Στα γενικά αρχεία του κράτους υπάρχει ο υπ' αρθμ. 88 φάκελος που περιέχει 15 έγγραφα με θέματα το Μοναστήρι της Ρούστενης ή Ρούσθενης 1835-1844.Στα αρχεία της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, στην εξερχόμενη αλληλογραφία του Μητροπολίτου Ιακώβου των ετών 1834-1835 όλα τα έγγραφα απευθύνονται προς Μοναστήρι κυρίαρχο και όχι σε Μετόχι, ενδεικτικά αναφέρονται τα :

Έγγραφο Αρθμ. 1273 27/ 5 /1835

Η Ι Μητρόπολις προς τον έπαρχον Φθιώτιδος τον ενημερώνει δια τας Μοναστηριακής σφραγίδας, γράφει ότι η σφραγίς του Μοναστηρίου της Ρούτσανης κατά το 1830 έτος ελήφθη παρά του Επισκόπου πρώην παραμυθίας κ. Προκοπίου, τοποτηρητού όντος τότε Ν. Πατρών και έκτοτε μέχρι τούδε διασώζεται εις χείρας του ιδίου.

      Έγγραφο Αρθμ. 1231 2/5/1835

Η Ιερά Μητρόπολις προς τον Ιερομόναχον κ. Δαυίβ, τον όντα εν’ τη Μονή Της Ρούτσανης. Ο Μητροπολίτης διατάσσει τον Ιερομόναχον να μεταβεί με τα Άγια Λείψανα της Ιεράς Μπονής Ρούτσανης στο χωρίο Κλωνί προς θεραπεία της οργής από την ακρίδα.

Έγγραφο Αριθμ. 1292 29/5/1835

Η Ι. Μητρόπολις

Προς την Ιεράν Σύνοδον του Βασιλείου, ομιλεί πρί της απωλείας των ιερών σφραγίδων των Ιερών Μονών Φθιώτιδος, πλην των Μονών του Προφήτου Ηλίου και της Ρούτσενης, άτινας και αποστέλλει ο Μητροπολίτης Ιάκωβος τω επάρχω Φθιώτιδος.

Έγγραφο Αριθμ. 1330 21/6/1835

Η Ι. Μητρόπολις

Κατάλογος των υπο των διαλυθέντων εν’ τη επαρχία ταύτη Ιερών Μοναστηρίων και παραδοθέντων προς την Επισκοπήν Φθιώτιδος Αγίων Λειψάνων άτινα ήδη απεστάλησαν προς το ενταύθα επαρχείον.

  1. Έν κιβώτιον αργυρούν μικρόν της Μονής Ρούτσενης περιέχει τα εξής:  Εν κομμάτι καπλαμάς με μέρος λειψάνων του Αγίου Τρύφωνο Εν όμοιον με του Αγίου Χαραλάμπους, εις σταυρός αργυρούς χωρίς πάτο.
  2. Έν έτερον κιβώτιον αργυρούν της αυτής Μονής, περιέχει δε τα ακόλουθα:

Εις μιαν πλάκα αργυρά, μέρος λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου Τρύφωνος του Στρατηλάτου, του Αγίου Μερκουρίου, του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, του Αγίου Μηνά και εν αργυρούν κανδύλιον.

Από τα παραπάνω δυο αργυρά κιβώτια σώζεται μόνο το ένα και βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγάθωνος με την παρακάτω Βυζαντινή επιγραφή, και φέρει ημερομηνία 1817, ημερομηνία κατασκευής της λειψανοθήκης, άρα το Μοναστήρι ανήκει στην προεπαναστατική περίοδο.

ΕΚ ΨΥΧΗΣ ΔΙ ΕΞΟΔΟΥ

ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΕ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΡΟΥΣΤΙΑΝΗΣ

ΚΕ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΤΣΟΥ ΕΚ ΚΟΜΗΣ ΚΑΨΗ

Σημ. Υπάρχει πλούσιο υλικό και για έκδοση βιβλίου της Ιστορίας του Μοναστηριού

Ο ΕΦΗΜΕΡΟΣ ΚΑΝΑΛΙΩΝ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Login