Πανηγύρια

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

 

Του Γιάννη ΚουτσοκώσταΚουτσοκώστας_Γιάννης_resize.JPG

Τα πανηγύρια αποτελούσαν συνέχεια των εορτών, θρησκευτικών και ονομαστικών. Δυο μεγάλα πανηγύρια γίνονταν στο χωριό μας. Στον εορτασμό της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Αθανασίου, που είναι πολιούχος του χωριού μας, στις 2 Μαΐου, και στον εορτασμό της γεννήσεως της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι της Ρούστιανης. Σε κάθε πανηγύρι προηγείταν το εκκλησιαστικό και το τελετουργικό μέρος.

Γινόταν μεγαλοπρεπής θεία λειτουργία με τη συμμετοχή πολλών ιερέων από τις γειτονικές ενορίες. Ενώ γινόταν η θεία λειτουργία, πολλοί και ιδίως γυναίκες ξεπλήρωναν το τάμα τους, έζωναν με ένα κουβάρι σχοινί την εκκλησία παρακαλώντας την Παναγία ή τους Αγίους να μεσιτεύσουν προς τον Μεγαλοδύναμο Θεό μας και να ελκύσουν τη χάρη του. Το ζώσιμο συνεχιζόταν και μετά τη θεία λειτουργία. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι και σήμερα πολλές ηλικιωμένες γυναίκες αισθάνονται την ανάγκη το έθιμο αυτό, το ζώσιμο να το επαναλαμβάνουν.

Μετά τη θεία λειτουργία ακολουθούσε το ψυχαγωγικό μέρος. Το προαύλιο της εκκλησίας μετατρεπόταν σε χοροστάσι. Διαφορετικά εξελισσόταν το πανηγύρι στο χωριό και αλλιώς στο μοναστήρι της Ρούστιανης. Τα μαγαζιά –καφενεία του χωριού μας γύρω από το ναό του Αγίου Αθανασίου φρόντιζαν να εξασφαλίσουν μια ορχήστρα μουσικών οργάνων το καθένα προτιμώντας τους συγχωριανούς μας μουσικούς, όπως το Ευάγγελο Σαμαρίκα και τον Κων/νο Αντωνίου (Αντωνοκώτσιο) και μουσικούς γειτονικών χωριών όπως τους Μποτσαίους από τη Λευκάδα, τον Μπαλαγιάννη από το Γαρδίκι, το Ρήγα από τη Στάγια και τον Αλεξίου Κ. από το Παλαιοχώρι. Στο προαύλιο της Εκκλησίας στήνονταν δυο ή και τρεις χοροί. Για να προλάβουν να φέρουν τη γυροβολιά τους και να επιδείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες, οι χοροί γίνονταν και διπλοί. Κάθε χορευτής ή χορεύτρια χόρευε ένα τσάμικο και ένα συρτό. Στο τέλος του χορού ο άντρας μόνο κερνούσε τα όργανα δίνοντας χρήματα. Πολλές φορές ενθουσιασμένοι οι χορευτές κολλούσαν τα χάρτινα νομίσματα πάνω στα μουσικά όργανα ή στο ιδρωμένο κούτελο των οργανοπαιχτών. Εκεί ολοκληρωνόταν και η επιθυμία του χορευτή, αλλά συνέχιζε τη διασκέδαση με τους υπόλοιπους τρώγοντας και πίνοντας από όσα διέθετε το κατάστημα. Το πανηγύρι συνεχιζόταν μέχρι το μεσημέρι. Τότε σταματούσαν οι χοροί, οι Καναλιώτες αποσύρονταν με τους καλεσμένους τους στα σπίτια για να φάνε και το απόγευμα πάλι στο προαύλιο της εκκλησίας συγκεντρώνονταν για να συνεχίσουν το πανηγύρι μέχρι τις βραδινές ώρες. Αν υπήρχε διάθεση το πανηγύρι συνεχιζόταν σε κλειστούς χώρους, στα καφενεία μέχρι τα μεσάνυχτα. Έτσι κάθε πανηγύρι άφηνε σ’ όλους μια γλυκιά ανάμνηση.