Η ΒΑΡΚΑ ΚΟΥΝΑΓΕ ΚΙ Ο ΨΑΡΑΣ ΒΛΑΧΟΦΕΡΝΕ
Μια ιστορία θα σας πω, εμου του ιδίου
πουγινε τον Ιούνιο στην Τέμενη Αιγίου
Τόπος παραθαλάσσιος, κολύμπι όλη μέρα
ακρογυαλιά πανέμορφη με ήλιο και αέρα.
Κι ενώ λοιπόν την πέρναγα κοτσάνι, κάποια μέρα
αλλάξανε τα πράγματα, ήτανε μια Δευτέρα
Και λέω ότι αλλάξανε, φίλοι μου ,διότι
βλέπω Δευτεριάτικα μπροστά μου τον Παναγιώτη
Τον Παναή τον φούρναρη, του Παναή εγγόνι
με σαγιονάρες πρόχειρες και κοντοπαντελόνι.
• Γειάσου ρε φίλε Παναή, τι θές σ’ αυτά τα μέρη
(ρωτάω, αφού ξαφνιάστηκα, δίνοντάς του το χέρι).
• Εγώ τι θέλω στη Τέμενη; εδώ είμαι του μονίμου
εδώ είναι το σπίτι μου, εδώ η διαμονή μου
• Μη σε ακούσει η μάνα σου, θα πέσουνε κεφάλια
οτι έχεις σπίτι μόνιμο, έξω απ’ τα Κανάλια
Παιδεύεται η καψερή σπίτια για να σας στήσει
κατσίκια, αρνιά, κοτόπουλα, τίποτα μη σας λείψει
και τώρα εσύ μου έγινες μόνιμος Αιγιώτης;
για τη Βασίλω αγαπητέ, χάλασε η ανθρωπότης.
• Όχι μου λέει δυνατά, θάρθω και στα Κανάλια
Αύγουστο μήνα θάμαι εκεί, δε θέλω παρακάλια
Τώρα τη βρίσκω θαλασσινά, για ψάρεμα πηγαίνω
τρώγοντας ψάρια είμαι καλά, με τα’ άλα εγω χοντραίνω.
Έλα μια μέρα για να δείς, τι ειν το παραγάδι
θα φύγουμε απόγευμα, και πίσω πάλι βράδι
Έχω μια βάρκα με κουπί και μηχανή μεγάλη
και δε με νοιάζει κάστανο, έχω ήσυχο το κεφάλι.
• Νάχουμε καλό ρώτημα φίλε μου Παναγιώτη
Μικρό-μικρό σε ήξερα να κάνεις τον αγρότη
Φούρναρης έγινες μετά ωραίος και κιμπάρης
πότε ρε φίλε πρόκανες να γίνεις και βαρκάρης;
• Ναύτης εγώ υπηρέτησα, δυό χρόνια και ακόμα
μέσα σε πλοία πολεμικά έδωσα τον αγώνα
αγώνα σκληρό και δύσκολο, μάχη πολύ μεγάλη
όρθιος πώς να στέκομαι χωρίς να μούρθει ζάλη
Ήτανε δύσκολο πολύ την εποχή εκείνη
όλοι οι ναύτες υπέφεραν στου πέλαγου τη δίνη
Εγώ όμως που ξεκίνησα το μπάνιο απ’ την δραμπάλα
αυτά δε με δυσκόλεψαν κι’ αποζητούσα κι άλλα
Είχα επίδοση καλή, σε όλα και στο μπάνιο
κι όταν απολύθηκα, μ’ έκαναν καπετάνιο.
Έτσι τη βάρκα αγόρασα κι’ ο χρόνος σα μου φτάνει
φέρνω από τη θάλασσα ψάρια για το τηγάνι.
Τον κοίταζα με θαυμασμό δεν πίστευα στ’ αυτιά μου
θαλασσοπόρος φάνταζε, στα μάτια τα δικά μου
Κι αυτός με ύφος ναύαρχου και με τουπέ μεγάλο
μου λέει «τ’ απόγευμα στη βάρκα μου θάρθεις το δίχως άλλο»
Τι θέλω εγώ ο καψερός, του λέω, στη βάρκα σου επάνω
μόνο και που το σκέπτομαι μούρχεται να πεθάνω
ποτέ μου δεν ανέβηκα σε βάρκα ή σε καράβι
το μόνο που καβάλησα, άλογο και γομάρι.
• Τίποτα ! λέει ο Παναής, αυτά ειν δικαιολογία
Τ’ απόγευμα σε καρτερώ νάρθεις στην παραλία
Κι αφού ξέρεις από άλογα, στο λέω ορθά σταράτα
η μηχανή στη βάρκα μου έχει 20 και βαρβάτα.
• Δε λέω, σα να με έπεισε, πές το πές το το κοπέλι
κάνει το βλάχο απ’ το χωριό να θέλει και να παραθέλει
Στις 6 το απόγευμα, νάμαι, μάγκας σινιαρισμένος
γυαλί καπέλο μηχανή, μα προβληματισμένος
Ο Πάνος ήδη τράβαγε τη βάρκα στην ακρούλα
και μ’ ένα σάλτο βρέθηκα μέσα σε μια στιγμούλα.
Αμέσως εξεθάρεψα, η θάλασσα ήταν λάδι
«μπρός καπετάνιο, φώναξα, τράβα για παραγάδι»
σκεφτόμουνα τους φόβους μου, κι από μέσα γέλαγα
και σε λιγάκι βρέθηκα να είμαι μισοπέλαγα.
• Τώρα θα ρίξω άγκυρα, σ’ αυτά εγω είμαι μάρκα
έτσι δεν κινδυνεύουμε για να μας φύγει η βάρκα
ύστερα αγκιστρώνουμε δόλωμα γαριδάτο
και ρίχνουμε το δόλωμα να πάει εις τον πάτο
οταν θα νοιώσεις τράνταγμα, αυτό πια θα σημαίνει
ψάρι μικρό ή ψαρούκλα θα είναι αγκιστρωμένη
τράβατο τότε απότομα για να το φέρεις πάνω
και να δοξάζεις το Θεό που με λένε Πάνο.
Εύκολο αυτό μου φάνηκε, πάω να το δοκιμάσω
να δω σ’ αυτόν τον πόλεμο τι ψάρια εγω θα πιάσω
κι ενώ στ’ αγκίστρι πέρναγα, δόλωμα με μαεστρία
στα καλά καθούμενα μούρχεται μια ναυτία.
Αμάν του λέω, Παναή μούρχεται μια ζαλάδα
• Μη σε φοβίζει, λέει, αυτό είναι απ’ την τραμπάλα
το κυματάκι το μικρό τη βάρκα τραμπαλίζει
κι όπως είναι φυσικό ,τον βλάχο τον ζαλίζει.
Ρίξε το βλέμμα μακριά πέρα κατά τον μώλο
πάρε βαθιές αναπνοές και σκέψου το ρομπόλο
Σα να με δούλευε αυτός, τι όμως να μιλήσω;
χέρια και πόδια ανήμπορα, ούτε να τα κινήσω
Αμάν ,η μοίρα μου η κακή, τι τόθελε σε μένα
την τελευταία μου πνοή ν’ αφήσω εις τα ξένα
«βγάλεμε έξω Παναή, θα πω εις την Βασίλω
να σου κάνει τον πισινό μαύρο από το ξύλο.»
μα ο Παναγιώτης γέλαγε με τα δικά μου χάλια
δεν τον επιάναν οι απειλές, ήθελε παρακάλια
«Βγάλε με έξω Παναή, ποίημα θα σου γράψω
λαμπάδα σαν το μπόϊ σου δυό μέτρα θα ανάψω»
αυτό σα να τον έπεισε την άγκυρα τραβάει
τη μηχανή του βάζει μπρός και για την άκρη πάει
στο δρόμο όλο γέλαγε, «τι έπαθε ο καημένος
μπήκε στη βάρκα για μαλλί και βγήκε κουρεμένος»
σαν πάτησα το πόδι μου, έξω στην παραλία
ένοιωσα τότε σιγουριά και μούρθε η ομιλία
«άντε ρε φίλε Παναή, σαν πάω στα Κανάλια
υπόσχομαι σ’ ‘ολους να πω για τούτα μας τα χάλια
και βέβαια μπορεί τα ψάρια να γέλαγαν μ’ εμένα
εγώ όμως θα τα καρτερώ στο πιάτο μου ψημένα
μα σύ σαν έρθεις στο χωριό θα πω στην παπαδιά
αντί για κοκορέτσι να σούχει κακαβιά.
Και τώρα φίλοι μου καλοί, που όλοι έχετε μάθει
οσα εγώ ετράβηξα και όσα έχω πάθει
μη τύχει Και στ’ αυτιά μου πέσει καμμιά ιστορία
kάποιο δικό σας πάθημα ή κάποια αμαρτία
αν ορκιστώ πως δε θα πω τίποτα σε κανένα
θα πείτε λέω αλήθεια ή μήπως λέω ψέμα;
Πατήστε Ομοιοκαταληξίες, για να δείτε πώς δένει ο ένας στίχος με τον άλλον.