ΛΥΚΟΣ ΚΑΨΑΛΟΣ
Λύκο μεγάλο, καψαλό, ισα μ' ένα δαμάλι
ετάιζαν ανελλιπώς Λευκάδα και Κανάλι.
έτρωγε ότι έβρισκε,κατσίκια αρνιά και γίδες
και μόνο που δε ζήταγε να τον κεράσουν μπύρες.
Από Λευκάδα άρχισε,στου Νίκου του Παφίλη
τον αχυρώνα διάβηκε πού είχε το τριφύλλι
Το γάιδαρο που έτρωγε, ήσυχα ο καημένος
σαν είδε εκατάλαβε πως ήταν πεινασμένος.
Λόγια πολλά να μην ειπώ αγαπητοί μου φίλοι
τελείωσε ο γάιδαρος του Νίκου του Παφίλη.
Σε λίγες νύχτες το θεριό ,πάντοτε πριν να φέξει
κατάφερνε και έφαγε γαιδάρους πέντε-έξη.
Τότε ο λύκος έφυγε ,πρησμένος, φουσκωμένος
με βήμα αργό και ήτανε βαθιά συλλογισμένος.
Οι γάιδαροι τον πείραξαν, άλλο φαί ν' αρχίσει
θα έπρεπε αν ήθελε χρόνια πολλά να ζήσει.
Το είδε από δώ,το είδε από κει στη βαμπακιά εν τέλει
είδε μια γίδα τροφαντή του Κώστα του Αγγέλη
Σύμβουλος είναι ,σκέφτηκε,πρέπει να με φροντίσει
κι αν δεν τη φάω τώρα εγώ, ίσως και να ψοφήσει
Τετράγωνη η λογική και πάει του Κώστα η γίδα
και μονολόγαγε ο Κωστής"ακόμα δεν την είδα
δεν είδα το κατσίκι της δε χόρτασα το γάλα
ο άτιμος με άφησε κι' από τα δυό μπουκάλα"
Αργότερα ,κατέληξε στο Πίτσι ένα βραδάκι
το σπίτι επισκέφτηκε του Μήτσου του Κυριάκη
Ένα κατσίκι έφαγε ,πρόχειρα ήταν δεμένο
ολομόναχο,παντέρημο και κάργα φοβισμένο
Μα οι Πιτσιώτες φίλοι μου όλους αυτούς τους μήνες
έχουν πιστόλια και σουγιές ,τσεκούρια καραμπίνες
είναι οπλισμένοι δηλαδή ,πηγαίνουν για κυνήγι
κι ο λύκος σαν το έμαθε , όπου φύγει - φύγει.
Πολλά κουδούνια χτύπαγαν σε πρόβατων κεφάλια
κάτω στο ρέμα , χαμηλά , στα κάτω τα Κανάλια
Άλλο μεγάλο άλλο μικρό , βιτούλι , μαναράκι
στρούγκα μεγάλη ήτανε του Πάνου του Κυριάκη
ο λύκος σαν τ’ οσμίστηκε δεν άφησε ευκαιρία
αποβραδίς του έφαγε ίσαμε δύο - τρία
Α!! αυτό πια παραήτανε , ο Πάνος θεριό εγίνη
τόσο πολύ νευρίασε του ήρθε σκοτοδίνη
τ’ όπλο ευθύς εβούτηξε με τόνα του το χέρι
με τ’ άλλο τη χαντζάρα του και πάει για καρτέρι
Στην τροίζη κατευθύνθηκε , σου λέει «σ’ αυτή τη φάση
ο λύκος εκουράστηκε , θα πάει να ξαποστάσει
νερό να πιει χωνευτικό ν’ απλώσει το κορμί του
αν τον πετύχω τότε εγώ , τέλειωσε το ψωμί του»
Οι σκέψεις του γίναν γνωστές στον Νίκο τον Παφίλη
παθείς κι αυτός,και γιόμισε σκάγια το καρυοφύλλι
τα άρματα εζώστηκε και πάει για την τροίζη
για να προλάβει ένα καλό να πιάσει μετερίζι.
Εκεί που ο λύκος ξάπλωσε , κάτω απ’ το φεγγάρι
και χασμουριόταν δυνατά ,τέντωσε το ποδάρι
έκλεισε τις ματάρες του σφράγισε και τ’ αυτιά του
και συλλογιόταν ευτυχής τα κατορθώματά του
αχός βαρύς ακούστηκε ,πολλά ντουφέκια πέσαν
το λύκο που κοιμότανε ,σίγουρα τον βαρέσαν
ήταν ο Πάνος απ’ τη μιά κι’ ο Νίκος απ’ την άλλη
κι οι δύο εσημάδεψαν του λύκου το κεφάλι
ποιός απ’ τους δυό τον πέτυχε πρώτος ,κανείς δεν ξέρει
τον τίτλο του εκδικητή επάξια να φέρει
την κεφαλή πήρε ο εις , να τόχει για καμάρι
κι ο άλλος για την τρίχα του επήρε το τομάρι!
Πατήστε Ομοιοκαταληξίες, για να δείτε πώς δένει ο ένας στίχος με τον άλλον.