Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κανάλια Λαμίας · Δυτική Φθιώτιδα
Ο Έμμετρος

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΟΙ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

73 στίχοι

ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

Τέσσερα αδέλφια ήτανε, μικρά χαριτωμένα

χαιρόσουνα που τάβλεπες να ζούνε μονιασμένα

ολημερίς ετρέχανε μέσα εις το γρασίδι

μόνο που νοιώθαν άβολα γιατί είχε στριμωξίδι

Σ’ ένα χωράφι έπαιζαν, ας ήταν ένα στρέμμα

και το βραδάκι ξάπλωναν σφιχταγκαλιασμένα.

Συζήτηση εκάνανε για να αποφασίσουν

να φύγουνε απ’ το μαντρί, ελεύθερα να ζήσουν.

Ομόφωνα κατέληξαν, χωρίς αργοπορία

απόδραση να κάνουνε προς την ελευθερία.

Δεν το μπορώ εγώ το μαντρί, είπε το πιο μικρούλι

στο κεφαλάρι θάθελα, να παίζουμε κρυφτούλι.

Και μια και δυό ένα πρωί μετά το κολατσιό τους

ξεκίνησαν στο άγνωστο κάνοντας το σταυρό τους.

Πρώτος πηγαίνει ο αρχηγός, πούχει και κερατάκια

κι ακολουθούνε πίσω του τα άλλα αδελφάκια.

Ήτανε όμορφα πολύ, έχαιρε η φύσις όλη

τα κατσικάκια χαίρονταν πούφυγαν απ’ την πόλη.

Ένα λαγό συνάντησαν πιο πάνω μεσ’ στο ρέμα

τον είδανε απότομα, τους κόπηκε το αίμα.

Για που το βάλατε εσείς, μικρά μου πιτσιρίκια;

Μικρός είσαι και φαίνεσαι, εμείς είμαστε κατσίκια!

Χά! Χά! Τους είπεν ο λαγός, αυτά τα είπαν κι άλλοι

προσέξτε μήπως πάθετε μια συμφορά μεγάλη.

Λίγο πιο πάνω από δω είναι μεγάλος λύκος

δύο κατσίκια αψηλός και δυό οργιές στο μήκος

Έχει τρεις μέρες νηστικός αυτός και τα λυκάκια

και ψάχνουνε για φαγητό πέρα ως τα Πουγκάκια

άμα στο δρόμο του σας δει αμέσως στη στιγμίτσα

θα γίνεται τα τέσσερα μονάχα μια μπουκίτσα.

Κι ενώ τα έλεγε αυτά ντόμπρα και στα ίσια

ακούγεται μια φωνή «θέλω να κάνω τσίσια»

ήτανε το μικρούλικο που απ’ την πολύ τρομάρα

εζάρωσε τρεμάμενο πίσω από μια κλάρα.

Ελάτε δω μικρούλικα πίσω μου τρεχάτε

τους λέει τότε ο λαγός, μόνο να μη μιλάτε

το δρόμο θα σας δείξω εγώ εις τα Καμπιά να βγούμε

πούχει κατσίκια πρόβατα εκεί για να κρυφτούμε.

«Όχι δεν θέλω στα Καμπιά γιατί θα φάω ξύλο

αν δεν γυρίσω στο μαντρί απ’ την γιαγιά Βασίλω»

λέει το λάιο το μικρό, μα οι άλλοι δεν ακούνε

τον δρόμο ήδη πήρανε για τα Καμπιά να βγούνε

Ολημερίς ετρέχανε και κει σιμά το βράδυ

συνάντησαν εις τα Καμπιά το άλλο το κοπάδι

ο παππούς ο τσέλιγκας τα δέχτηκε μ’ αγάπη

κι αυτά ντουγρού επήγανε ξάπλα για το κρεβάτι.

Πρώτα ευχηθήκανε στον φίλο τους λαγό

«στο δρόμο σου ποτέ μη βρεις άνθρωπο κυνηγό».

Την άλλη μέρα το πρωί, κάτω εις τα Κανάλια

ο Παπασπύρος μέτραγε απ’ τα ζώα τα κεφάλια.

Αφού λοιπόν δεν τούβγαιναν στο μέτρημα εντάξει

φώναξε και την Παπαδιά να έρθει για να ψάξει.

Τον τόπο όλο ψάξανε σε όλο το χωριό

ούτε κατσίκια βρήκανε ούτε και τον ντορό

Οι φήμες οργιάζανε, κάποιος τα έχει πάρει

κάποιος εζήλεψε πολύ το όμορφο κριάρι

ή Αλβανοί τα φόρτωσαν και πάν για τον Μπερίσια

ή κάποιοι τα μαγείρεψαν σε γάμο ή βαφτίσια.

Η Παπαδιά προσεύχεταν,« Χριστούλη μου ας ρθούνε

αυτά τα κατσικούλια μου εμένανε να βρούνε

ελεύθερα θα τριγυρνάν θα τρώνε στην σακούλα

θα τρώνε μοναχά αυτά και τις μουριές τ’ Κωστούλα»

Οι προσευχές ακούστηκαν και τ’ αδελφάκια πάλι

απ’ τα Καμπιά επέστρεψαν στη βάση, στο Κανάλι.

Στο γνώριμο το φιλικό, τ’ όμορφο περιβάλλον

που τέτοιο τόπο στη ζωή ποτέ δεν θάβρουν άλλον.

Πιστεύουνε τα καψερά εκεί πως θα γεράσουν

και πως το Πάσχα που θα ρθεί κόκκινα αυγά θα σπάσουν

Ποιος το μπορεί να τους το πει, αύριο ή την άλλη

κάποιοι θα κάνουν σπίτι τους μία γιορτή μεγάλη

και είναι πιθανόν πολύ τα δόλια κατσικάκια

να βρίσκονται στον τέντζερη με τα κρεμμυδάκια.

Πατήστε Ομοιοκαταληξίες, για να δείτε πώς δένει ο ένας στίχος με τον άλλον.

2 αναγνώσεις